10.10.17

Οι αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι και ο «θεϊκός» κόσμος των αρχαίων Ελλήνων.

Το ελληνικό αλφάβητο: 15ος αι. π.Χ. έως τις αρχές της τυπογραφίας. (εικ)

Κοιτάζοντας τον αρχαίο καθρέπτη, οι χαρακτήρες, σου μοιάζουν οικείοι. Το άλφα στο βάθος μαλώνει το ψηλό έψιλον που του γύρισε την πλάτη ενώ τ’ ωμέγα μετράει ακόμη το χρόνο. Ίσως να χαθούμε στη μετάφραση κάποτε – δε θα πάψουμε όμως να βλεπόμαστε μεσ’ από λέξεις – οδηγούς και γνώριμους ήχους του παρελθόντος.

Στις ενότητες που ακολουθούν αναφερόμαστε στα κύρια γνωρίσματα των αρχαίων διαλέκτων. Ακόμη, σκιαγραφούμε το ελληνικό τελετουργικό των Ελλήνων και πώς οι θεοί για τους αρχαίους, αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής τους ζωής. Ενώ, κάνουμε λόγο για τις κοινωνικές και οικονομικές τους αξίες, κάνοντας σύντομη αναφορά και στις κοινωνικές τάξεις.



Κύρια γνωρίσματα των αρχαίων διαλέκτων

Η αρχαία ελληνική γλώσσα παρουσίαζε διαφορές από τόπο σε τόπο, είτε στην προφορά είτε στη γραμματική και στη σύνταξη είτε στη σημασία που είχαν λάβει οι λέξεις. Η διάκριση των αρχαίων διαλέκτων είχε και αρκετές επιμέρους μορφές που μέσω των γνωρισμάτων τους, ταξινομήθηκαν ως εξής: α. Ανατολική ομάδα με κορμό την ιωνική - αττική˙ β. Κεντρική με χαρακτηριστικότερες, την αρκαδοκυπριακή και την αιολική˙ και γ. τη Δυτική με κύρια διάλεκτο τη δωρική.
Εις ό,τι αφορά τη γλώσσα της γραφής στις μυκηναϊκές πινακίδες, είναι σαφές πλέον πως είναι αρχαϊκότερη των όσων προαναφέραμε. Όμως, το μέχρι τώρα υλικό αφορά καταλόγους, κι όχι εκτενή κείμενα που θα μας παρείχαν πολύτιμες γλωσσολογικές πληροφορίες.
Ο ευρύς διαλεκτικός κατακερματισμός της ελληνικής γλώσσας που παρατηρείται στις αρχαϊκές πινακίδες, οφείλεται στη διαμόρφωση του γεωγραφικού χώρου με ψηλά βουνά και τις περίκλειστες περιοχές εγκατάστασης, στη διαδοχική εμφάνιση των ελληνικών φυλών και στη φυσική αρχικώς απομόνωση.
Από τον 4ο αι. η ραγδαία εξάπλωση της χρήσης της αττικής διαλέκτου συγχρόνως με την πολιτική και πνευματική λάμψη του αθηναϊκού ιδεώδους και δη η αναγνώρισή της, ως επίσημης γλώσσας των Μακεδόνων βασιλέων, συνετέλεσαν ώστε να υπάρξει η ελληνιστική Κοινή.


Οι αρχαίες ελληνικές διάλεκτοι των ελασμάτων:
Ακολουθούν μερικά από τα χιλιάδες ερωτήματα, δημόσια αλλά κυρίως ιδιωτικά, που βρέθηκαν χαραγμένα σε μολύβδινα χρηστήρια ελάσματα στο μαντείο του Νάιου Δία και της Διώνης στη Δωδώνη:

1.   Θεόν. Τύχαν ἀγαθάν. | Ἐπικοινῶνται τοί Κορκυραῖοι τῶι Διί τῶι | Νάωι καὶ τᾶι Διώναι τίνι κα θεῶν ἢ | ἡρώων θύοντες καὶ εὐχόμενοι | ὁμονοοῖεν ἐπὶ τὠγαθόν  (γ. 400-350 π.Χ.)
Θεόν. Καλή τύχη. Οι Κερκυραίοι ερωτούν τον Δία τον Νάιο και τη Διώνη σε ποιόν θεό ή ήρωα θα μπορούσαν να θυσιάσουν και να απευθύνουν προσευχές για να επιτύχουν ομόνοια προς το συμφέρον τους.
2.      Ἐπερωτῶντι Δωδωναῖοι τόν | Δία καὶ τάν Διώναν ἦ δι’ἀνθρώ|που τινός ἀκαθαρτίαν ὁ θεός | τόν χειμῶνα παρέχει (4ος-3ος αι. π.Χ.)
Οι Δωδωναίοι ερωτούν τον Δία και τη Διώνη εάν η βαρυχειμωνιά έχει σταλεί από το θεό και οφείλεται στο παράπτωμα κάποιου από εμάς
3.      Θεός. Τύχαν ἀγαθάν. Ἐπικοινῆται | [...]ώι τῶι Διί τῶι Νάωι καὶ τᾶι Διώναι ἦ τυγ|χάνοι και ἀμελήσασα καὶ ταῦτα νο|σοῦσα περί τῶν ὀμμάτων (τέλος 5ου-αρχές 4ου αι. π.Χ.)
Θεός. Τύχη αγαθή. Ερωτά η [...]ώι τον Δία τον Νάιο και τη Διώνη εάν αρρώστησαν τα μάτια μου επειδή σας παραμέλησα
4.      Περ’ ἰκτέρου τίνι θεῶν ἢ θε|ᾶν θύειν χρή ἵνα τελέως ἰ|άσομαι;  (α΄ μισό 4ου αι. π.Χ.)
Για τον ίκτερο σε ποιόν θεό ή θεά χρειάζεται να θυσιάσω για να θεραπευτώ τελείως;
5.      Θεός. Τύχα. Ἐπερωτῆ Μενέστας | Δία Νάϊον καὶ Διώναν ἦ ἐσσῆται| αὐτῶι ἐρσεντέρα γενεά ἐκ τᾶς | γυναικός τᾶς νῦν … (μέσα 4ου αι. π.Χ.)
Θεός. Τύχη. Ερωτά ο Μενέστας τον Δία τον Νάιο και τη Διώνη εάν θα αποκτήσει άρρενες  απογόνους από την τωρινή γυναίκα του ...
6.    Κίττωι εἰ ἔστι ἡ ἐλευ|θερία ἡ παρά Διονυσίου | ἣν οὖν ἔθετ’ αὐτῶι  | Διονύσιος (μέσα 4ου αι. π.Χ.)
Είμαι ο Κίττος, ο δούλος του Διονύσιου, και ερωτώ εάν η ελευθερία που μου υποσχέθηκε ο Διονύσιος θα γίνει πράξη
7.      Ἀγελόχωι ἐξ  | Ηεργετίω hο|ρμημένωι | ἄμεινόν ἐστι  | γαοργῆ[ν];  (γ.350-300 π.Χ.)
Είναι προτιμότερο για τον Αγέλοχο, που προέρχεται από το Εργέτιο [της Σικελίας], να ασχοληθεί
            με γεωργικές εργασίες. 
  8.  ἰς Καρχαδόνα κα τυγχάνοιμι κατα|πλῆν ἐκεῖ καὶ κωεκῶν ἐμπορευόμε|νον ἐπί σωτηρίαι αὐτοῦ καὶ  ναός | καὶ χρημάτων; (α΄ μισό 4ου αι. π.Χ.)

Θα είμαι ασφαλής εγώ, το πλοίο και η πραμάτεια μου στο ταξίδι που θα κάνω στην Καρχηδόνα για εμπόριο ενδυμάτων από την Κω; 

______________________________

Οι επιγραφές (1, 2, και 7) είναι γραμμένες σε δωρική διάλεκτο. Θα προσπαθήσουμε να μετατρέψουμε (μερικούς τύπους) από δωρική σε αττική διάλεκτο, στις επιγραφές αυτές, δηλαδή τις 1, 2, και 7.

Στην 1η επιγραφή: το «τύχαν» όπου έχουμε το  δωρικό -α-, στην αττική διάλεκτο αλλάζει με το αττικό -η- και λαμβάνει τη μορφή: «τύχην»˙
ακόμη, «τοι» όπου έχομε το δωρικό -τ-. και στην αττική διάλεκτο αλλάζει με το αττικό -σ- και λαμβάνει τη μορφή «σοι»˙
επίσης, «τωγαθόν» όπου έχουμε το δωρικό -ω- και στην αττική διάλεκτο αλλάζει με το αττικό -α- και γίνεται «ταγαθόν».

Στην 2η επιγραφή: το «ταν» και «Διώναν», όπου έχουμε το δωρικό -α- και στην αττική διάλεκτο αλλάζουν με το αττικό -η- και γίνονται αντίστοιχα «την» και «Διώνην»˙
ακόμη, ο υποθετικός σύνδεσμος «ή», όπου έχουμε το δωρικό -ή- και στην αττική διάλεκτο αλλάζει με το αττικό «ει».

Στην 7η επιγραφή: το «Ηεργετίω», όπου έχουμε το δωρικό -ω- και στην αττική διάλεκτο αλλάζει με το αττικό -ου- και γίνεται «Ηεργετίου»˙
ακόμη, «γαοργή(ν)» όπου έχομε το δωρικά -α- και στην αττική διάλεκτο αλλάζει με το αττικό -ε- ενώ, στην κατάληξη το δωρικό -ήν- αλλάζει με το αττικό -είν- και λαμβάνει τη μορφή «γεωργείν».



Ο «θεϊκός» κόσμος των αρχαίων Ελλήνων

Ο διάχυτος χαρακτήρας του «ιερού» εκφραζόταν με μια σχέση οικειότητας, έντονο χαρακτηριστικό της ελληνικής θρησκευτικότητας.. Η θεότητα δεν ήταν απρόσιτη μήτε απόμακρη˙ η παρουσία της σημάδευε κάθε σημαντική στιγμή της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής. Στη συλλογική αίσθηση επομένως, ανέκαθεν υπήρχε μια συγκατοίκηση της γενιάς των θεών και των ανθρώπων.
Σε αντίθεση με τη σημερινή μορφή των θρησκειών, το ελληνικό τελετουργικό (καθώς περί αυτού επρόκειτο), δε στηρίχθηκε σε καμία «θετική» αποκάλυψη που εδόθη άμεσα στους ανθρώπους από τους θεούς, δε διέθετε κανένα ιερό βιβλίο που να περιείχε αποκαλυπτικές αλήθειες˙ επομένως έχομε απουσία ειδικών ερμηνευτών (δηλαδή κάποιου είδους επαγγελματικής ιερατικής κάστας), αφού η άσκηση των ιερατικών λειτουργιών ήταν, θεωρητικά, ανοικτή σε κάθε πολίτη. Επίσης, δεν είχε τη μορφή ιεραρχημένης οργάνωσης (όπως συμβαίνει στις μονοθεϊστικές θρησκείες) που να ερμηνεύει, καθοδηγεί και διευθύνει τις τελετές λατρείας, αποτελώντας τη βάση ενός θεολογικού συστήματος. Απουσία λοιπόν, δογμάτων πίστεως αλλά και όσων προέγραψα, δε μας επιτρέπεται να ομιλούμε για μια ελληνική «θρησκεία» αλλά περισσότερο για πράξεις ευσέβειας, καθώς η θρησκευτικότητα των αρχαίων Ελλήνων συνίσταται στην ακριβή τήρηση των λατρευτικών τελετών στις οποίες εκφράζεται ο σεβασμός και αποδίδονται οι οφειλόμενες τιμές στους θεούς, κυρίως μέσω των θυσιών και των αναθηματικών προσφορών.
Στο 2ο έλασμα γίνεται αντιληπτή αυτή η ευσέβεια καθώς οι ερωτώντες νιώθουν ντροπή για πιθανή ηθική βλάβη στη σχέση των με τους θεούς λόγω κάποιου παραπτώματος που ίσως διέπραξαν˙ δια τούτο κι η βαρυχειμωνιά ως πιθανή τιμωρία απέναντι στη ασέβεια που επέδειξαν με την πράξη τους. Όπως και στο 3ο έλασμα, ερωτούσα τον Δία το Νάιο και τη Διώνη για την ασθένεια των οφθαλμών της, η πάσχουσα αποδίδει την κατάστασή της στο ότι οι θεοί την εκδικήθηκαν επειδή τους παραμέλησε. Το «δούναι και λαβείν» μεταξύ ευσέβειας και ασέβειας λειτουργεί και σ’ αυτό το ερώτημα. Συγχρόνως, όμως, και στα δύο αυτά ελάσματα παρατηρούμε και την ηθική διάσταση των ερωτημάτων καθώς, οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι οι θεοί των, ενδιαφέρονται για τη δικαιοσύνη και για τις πράξεις των ανθρώπων, επομένως αν κάποιος άνθρωπος αμάρτανε, τότε διέτρεχε τον κίνδυνο να προκαλέσει το θυμό των θεών. Η αμαρτωλή πράξη ενός ατόμου ήταν ικανή να επιφέρει ενίοτε την θεϊκή τιμωρία και εις ολόκληρη την κοινότητα.
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι οι θεοί ήλεγχαν την έκβαση όλων των πραγμάτων. Προσεύχονταν σε αυτούς κι είχαν τη γενικευμένη συνήθεια να τάζουν, ως ένδειξη πίστης στις θεότητες τους, προσφορές αν είχε καλή έκβαση, για παράδειγμα μια επιχείρηση˙ τέτοιες επιχειρήσεις μπορεί να ήσαν κάποιες λειτουργίες (υπηρεσίες οι οποίες εκτελούνταν με βάση το καλό του κοινωνικού συνόλου από πολύ πλούσιους πολίτες, οι οποίοι επιλέγονταν από κρατικούς λειτουργούς, για να εκπληρώσουν κάποιες πολυδάπανες κρατικές λειτουργίες όπως, η τριηραρχία που συνεπαγόταν τη διοίκηση μιας τριήρους για ένα έτος ή λειτουργίες εξίσου δαπανηρές όπως η διενέργεια μεγάλων θρησκευτικών εορτών˙ κάποιες μάλιστα από αυτές, γνωστές και ως χορηγίες, απαιτούσαν εστιάσεις για τους συμμετέχοντες και η σωστή διεκπεραίωση τους θα εξασφάλιζε την ευμένεια των θεών για το κοινωνικό σύνολο). Νομίζω, ένα καλό παράδειγμα μας παρέχεται από το 1ο έλασμα που δεν αποτελεί μεν λειτουργία, ωστόσο φαίνεται η εναγώνια παράκληση των Κερκυραίων στο μαντείο της Δωδώνης για ευμένεια των θεών ώστε να επιτευχθεί η απαραίτητη ομόνοια προς το συμφέρον του συνόλου.
Το 1ο έλασμα αποτελεί δε το αρτιότερο ίσως δείγμα μεταξύ των οκτώ ελασμάτων της προσφώνησης (εις ό,τι αφορά τη δομή και τα γνωρίσματα της αρχαίας ελληνικής «θρησκείας») καθώς:
α. μας δείχνει το πλαίσιο της λατρείας, εν προκειμένω λατρεία στο πλαίσιο μιας πόλεως, της Κέρκυρας˙
β. τον τελετουργικό χαρακτήρα, εν τοιαύτη περιπτώσει, οι προσευχές των Κερκυραίων, οι οποίες θα συνόδευαν τις θυσίες ή τις υγρές προσφορές για την επίτευξη του σκοπού˙
γ. σε ποιον θεό ή ήρωα θα απευθυνόταν η συγκεκριμένη θυσία (ουράνιες θεότητες, χθόνιες θεότητες ή «ημίθεο» ήρωα) κάτι που μας «γνωρίζει» τον πολυθεϊστικό χαρακτήρα της αρχαίας ελληνικής θρησκείας˙
δ. η προσφυγή στο μαντείο τονίζει την ηθική διάσταση εις ό,τι αφορά τη στενή σχέση που υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα μεταξύ θρησκείας και ηθικής και τις κατάλληλες διαδικασίες – απαραίτητες για τον κατευνασμό του θεϊκού θυμού και την ομόνοια που διακαώς προσδοκούσαν οι Κερκυραίοι για το συμφέρον του συνόλου˙
και ε. η ένδειξη πίστεως μέσω της θυσίας και της προσευχής – κοινή πεποίθηση ότι οι θεοί ήλεγχαν την έκβαση όλων των πραγμάτων.


Οι κοινωνικές αξίες και η διάκριση των τάξεων

Στην αρχαία Ελλάδα η οικογένεια ή οίκος ως βασική μονάδα σύστασης έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο στη δομή της ελληνικής κοινωνίας. Οι αρχαίες ελληνικές αξίες που αφορούσαν την οικογένεια διασφάλιζαν την τιμή της και εξασφάλιζαν το μέλλον της. Ο οίκος ως κοινωνική, θρησκευτική και οικονομική μονάδα, περιελάμβανε εκτός από την πυρηνική οικογένεια, όλα τα πρόσωπα που ζούσαν σ’ αυτόν, τους όποιους άλλους συγγενείς, μαζί με δούλους, συν τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας. Επιπροσθέτως, η έννοια του οίκου περιέκλειε τις λατρείες των μελών του, τους προγόνους και τους τάφους των.
Ο γάμος ήταν η αφετηρία της οικογένειας και, η προσωπική ασφάλεια των αρχαίων Ελλήνων αρκετές φορές εξαρτιόταν από την προστασία των μελών του οίκου. Αυτό εξηγεί και το φαινόμενο της ενδογαμίας που καθιστούσε την οικογένεια ασφαλέστερη λόγω της εξ αίματος συγγένειας των μελών που την απάρτιζαν. Η δυσκολία ή η ανωμαλία που θα διατάρασσε τις ισορροπίες του οίκου, προήρχετο αποκλειστικώς από τις περιπτώσεις που ο πατέρας της οικογένειας μετά θάνατο, δεν άφηνε γιο αλλά κόρη. Εν τοιαύτη περιπτώσει, αυτό λυνόταν από έναν από τους πιο παράξενους θεσμούς στο αθηναϊκό δίκαιο, την επίκληρο κόρη, της οποίας ο μελλοντικός υιός θα κληρονομούσε της ακίνητη περιουσία του οίκου που δεν μπόρεσε η ίδια να το πράξει λόγω θεσμικού κωλύματος. Στο 5ο έλασμα παρατηρούμε την αγωνία του πατρός Μενέστα εάν η τωρινή του σύζυγος θα του δώσει άρρενες απογόνους. Ωστόσο, εάν ένας άνδρας δεν είχε γνήσιους γιους, την πιο κοινή λύση αποτελούσε η υιοθεσία.
Όλα όσα προέγραψα, τονίζουν σαφέστατα την τεράστια σημασία που δινόταν στη γη, στην ιδιοκτησίας της αλλά και, στη διατήρησή της από γενιά σε γενιά.

Οι κοινωνικές αξίες γίνονται περισσότερο αντιληπτές από τις διακρίσεις μεταξύ των μελών της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας. Η πιο εντυπωσιακή διάκριση εξ αυτών ήταν αυτή μεταξύ των ελεύθερων πολιτών και των δούλων. Έχει σημασία να σταθούμε έστω και επιδερμικά στις κοινωνικές τάξεις, προτού περάσουμε στις υπόλοιπες αξίες των αρχαίων Ελλήνων, ώστε να σκιαγραφήσουμε τις διακρίσεις που υπήρχαν μεταξύ των μελών της κοινωνίας.
Οι ελεύθεροι πολίτες απολάμβαναν πλήρη δικαιώματα, κατείχαν γη (αποκλειστικό προνόμιο της συγκεκριμένης τάξεως) και δραστηριοποιούνταν ενεργά στην πολιτική ζωή. Μέρος ωστόσο, της σημαντικότερης κοινωνικής ομάδας του αθηναϊκού κράτους – αυτή που διέθετε και αρκετό πλούτο, εξασφάλιζε τις ανώτατες τιμές από τη συμβολή της στις στρατιωτικές δαπάνες, κάτι που τη διαχώριζε από τους υπόλοιπους ελεύθερους πολίτες με ασθενή οικονομική επιφάνεια και ισχύ. Ήταν το κομμάτι της κοινωνίας εκείνο που δε φορολογούταν όπως οι υπόλοιποι ελεύθεροι πολίτες ή άλλες κατώτερες κοινωνικές τάξεις όπως οι μέτοικοι. Οι πλούσιοι κατέβαλλαν εισφορές με άμεση φορολογία (π.χ. για αντιμετώπιση επειγουσών αναγκών), η οποία επιβαλλόταν με βάση το κεφάλαιο και όχι το εισόδημα. Ήταν επίσης υπόχρεοι για ένα πλήθος δημόσιες υπηρεσίες που τις πλήρωναν απ’ την τσέπη τους, τις λεγόμενες «λειτουργίες» όπως ανάφερα προηγουμένως. Να συμπληρώσουμε σε αυτό το σημείο ότι οι λειτουργίες ήταν για κάποιον ένας καλός τρόπος να επιδείξει τα πλούτη του και τον πατριωτισμό του, αλλά και, μια μορφή εξασφάλισης από διάφορες δικαστικές περιπέτειες στο μέλλον˙ η υπενθύμιση στο δικαστήριο της προσφοράς του στο κράτος μέσω μιας λειτουργίας, θα του εξασφάλιζε αθώωση. Δια τούτο και μερικές λειτουργίες ενίοτε κάποιοι τις αναλάμβαναν εθελοντικά.

Στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις συμπεριλαμβάνονται οι μέτοικοι, οι δούλοι κ.α.
Οι μέτοικοι δε μπορούσαν να είναι ιδιοκτήτες γης ή να συμμετέχουν στην πολιτική ζωή˙ ενώ ήταν υποχρεωμένοι να πληρώνουν πρόσθετο φόρο. Η κοινωνική τους θέση δε διέφερε σημαντικά απ’ αυτήν των απελευθερωμένων δούλων. Πληθυσμιακά αναπτύσσονταν στα εμπορικά κέντρα, όπως για παράδειγμα ο Πειραιάς, η Μίλητος και η Κόρινθος. Ουσιαστικά αποτελούσε την ολοένα αναπτυσσόμενη τάξη που ασχολούνταν με το εμπόριο σε ξηρά και θάλασσα. Ωστόσο, η κατοχή ακίνητης περιουσίας ήταν ο επιθυμητός πλούτος καθώς η ανώτερες κοινωνικές τάξεις της εποχής, έδειχναν περιφρόνηση για το εμπόριο και τη χειρονακτική εργασία, η οποία είτε προήρχετο από καταρτισμένους τεχνίτες είτε από δούλους. Το εμπόριο όμως δεν ήταν αποκλειστικό προνόμιο των μετοίκων. Υπάρχουν και ενδείξεις, ανεπαρκείς όμως, που κάνουν λόγο για θαλάσσιο εμπόριο που διεξήγαγαν πολίτες, όσο όμως χρειαζόταν. Από το 8ο έλασμα αντλούμε κάποια στοιχεία.
Οι δούλοι δίχως κανένα δικαίωμα, ανήκαν αποκλειστικά στον αφέντη τους. Η κατάργησή της δουλείας θα σήμαινε μια σειρά καινοτομιών, την αποδόμηση ολόκληρου του κοινωνικού μηχανισμού της εποχής, συν την εκμηδένιση του ελεύθερου χρόνου των ανώτερων τάξεων – θα άλλαζε το ρου της ιστορίας.

Συνεχίζοντας με τις κοινωνικές αξίες της ιδιωτικής ζωής, θεωρώ σημαντικό να αναφερθώ και σε αυτές που αναπτύχθηκαν εκτός πλαισίου οικογένειας. Παρατηρείται μια ανεκτικότητα στις εξωσυζυγικές σχέσεις των ανδρών καθώς δεν έθεταν σε κίνδυνο τη νομιμότητα των παιδιών. Ακόμη, η συναναστροφή των με εταίρες ήταν πράξη ανεκτή από την κοινωνία. Οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις των ανδρών, ανεκτές κυρίως όταν είχαν τη μορφή εκπαίδευσης ή μύησης από έναν μεγαλύτερο άνδρα σε έναν μικρότερο. Ο Πλάτωνας εξιδανίκευσε τέτοιου είδους σχέσεις˙ πίστευε ωστόσο ότι τέτοιες σχέσεις θα έπρεπε να είναι πνευματικές και όχι σαρκικές.
Η αρχαία ελληνική φιλία, σημαντική αξία, τόσο για την αλληλοεκτίμηση στην οποία μπορούσε να οδηγήσει δυο ανθρώπους, όσον και να προσλάβει και πιο επίσημο χαρακτήρα. Οι φίλοι, για παράδειγμα,  ήταν χρήσιμοι στο πλαίσιο ενός εράνου, να δανείσουν χρήματα χωρίς τόκο ή να είναι μάρτυρες σε κάποια οικονομική συναλλαγή. Ως μάρτυρες σε κάποιο δικαστήριο υπέρ κάποιου ανωτέρας τάξεως που ύστερα θα τους ευνοούσε στην κοινωνική τους ανέλιξη. Με το ίδιο σθένος οι αρχαίοι Έλληνες ήταν εις θέσιν να βλάψουν κάποιον κοινωνικά, πολιτικά ή οικονομικά, προσδιορίζοντας σαφώς και το αντίθετο όμως της φιλίας, την έχθρα.
Επίσης, σημαντική αρετή και υψηλή ηθική υποχρέωση υπήρξε η φιλοξενία. Οι αρχαίοι είχαν θεοποιήσει τη φιλία προς του ξένους. Ας μην ξεχνούμε, ο Ξένιος Ζευς, προστάτευε τους ξένους κι ήταν θεός της φιλοξενίας.
Χαρακτηριστική είναι και η σαφής διάκριση ανάμεσα στις αξίες των γυναικών και των ανδρών στη δημόσια ζωή.
Ο ρόλος των γυναικών περιοριζόταν στα στενά πλαίσια του θρησκευτικού τομέα. Οι ιέρειες ωστόσο έχαιραν μεγάλου σεβασμού και ήταν διακεκριμένα πρόσωπα της κοινωνίας. Το φαινόμενο δεν περιοριζότανε στο αθηναϊκό κράτος αλλά, και στα περισσότερα μέρη του ελληνικού κόσμου που πληροφορούμαστε για πολλές διαπρεπείς ιέρειες.
Πέραν της θρησκείας, οι άνδρες ασχολούνταν κυρίως με τον πόλεμο, την πολιτική και τη δικαιοσύνη. Ο πολίτης όφειλε να συνεισφέρει με τη στρατιωτική του θητεία, να πολεμήσει με γενναιότητα για το κράτος του όταν θα χρειασθεί, να επιτελέσει πολλά και σημαντικά δημόσια καθήκοντα κατά τη διάρκεια της ζωής του (Εκκλησία του δήμου, Βουλή των Πεντακοσίων, δημόσια δικαστικά αξιώματα κ.α.).



Οικονομικές αξίες και δραστηριότητες

Από τα ομηρικά έπη αντλούμε αρκετές πληροφορίες σχετικά την αξία που έδιναν στον πλούτο οι αρχαίοι Έλληνες, ήδη από τη Μυκηναϊκή εποχή ή ακόμη και από την  εποχή του Σιδήρου. Η γαιοκτημοσύνη προερχόμενη κάποιες φορές από εμπορικές συναλλαγές, υπήρξε η κύρια πηγή πλούτου, τον οποίον οι ομηρικοί ήρωες δαπανούσαν επιδεικτικά, πράγμα που τους επέφερε τιμή.
 Ο Ησίοδος, σχεδόν σύγχρονος του Ομήρου, στο «Έργα κα Ημέραι» μας δίδει σημαντικές πληροφορίες για τη γεωργία που ο ίδιος θεωρούσε, είδος οικονομικής δραστηριότητας προτιμότερο και ασφαλέστερο του εμπορίου. Το ερώτημα στο 7ο έλασμα μας δείχνει πώς στην καθημερινή ζωή λειτουργούσε αυτό το δίπολο, γεωργία - εμπόριο. Άλλες οικονομικές δραστηριότητες ήταν: η κυριότητα δούλων και η απολαβή της αμοιβής για την εργασία τους. Ακόμη, δούλοι υποθηκευμένοι όπως η κτηματική περιουσία μέχρι να ξεπληρωθεί το δάνειο κ.α.˙ η ιδιοκτησία και η ενοικίαση κατοικιών, δανεισμός χρημάτων με τόκο (όπως τα ναυτιλιακά), ο χωρίς τόκο δανεισμός στο πλαίσιο του εράνου. Κλείνοντας την ενότητα των οικονομικών δραστηριοτήτων, να πούμε πως αυτές των γυναικών περιορίζονταν εξ ολοκλήρου στον οίκο, ως οικονομική διαχείριση.



Σχέση θρησκείας – ιατρικής με στόχο την Υγεία

Η υπέρβαση των αρχαίων Ελλήνων με την ιατρική – ένα επιστημονικό πεδίο, στο οποίο κυριολεκτικά διέπρεψαν – έθεσε τις βάσεις ώστε να αρχίσει να αμφισβητείται πλέον η παντοκρατορία της «θρησκείας» ως κύρια λυτρώτρια που απήλλασσε τους θνητούς από κάθε ασθένεια. Περισσότερο αντιληπτή γίνεται αυτή η σχέση στο ερώτημα του 4ου ελάσματος, αλλά και στο 3ο – όχι με την έννοια της παρακλήσεως όπως στο 4ο, αλλά με αυτήν της τιμωρίας.
Το πρώτο βήμα έγινε με την παραδοχή και σπουδαιότητα του εγχειρήματος. Απελευθερωμένο από τη δεισιδαιμονία, τα φιλοσοφικά δόγματα και τη θρησκεία που είχαν παρεισφρήσει στην ιατρική τον 6ο - 5ο αι. π.Χ., με το επιστημονικό πνεύμα αναγνωρίζεται ότι κάθε ασθένεια έχει φυσικό αίτιο. Κρίθηκε επιτακτική ανάγκη η αποκτηθείσα πείρα έως τότε και η λεπτομερή καταγραφή των ασθενειών, να προηγηθούν για το καλό του πάσχοντος˙ να παραμεριστούν οι συμπτώσεις και τα υπερφυσικά αίτια και όσοι μέσω θυσιών προσέμεναν θεραπείες εξ ουρανού.
Ας το παραλληλίσουμε, βλέποντας την πομπή να φθάνει στον ιερό τόπο, δημιουργεί κύκλο, ο οποίος περικλείει τον τόπο θυσίας, αλλά και τον θυσιαζόμενο ασθενή. Ο κύκλος των «συνενόχων» ολοκληρώνεται απ’ όσους βρίσκονται στο εξωτερικό τμήμα. «Ο ασθενής στο έλεος του Θεού». Νομίζω πως, αυτό κατήργησε σε μεγάλο βαθμό η ιατρική επιστήμη!



Επίλογος
Τονίσαμε ιδιαιτέρως τη στενή σχέση που υπήρχε στην αρχαία Ελλάδα μεταξύ θρησκείας και ηθικής και τις κατάλληλες διαδικασίες (τελετουργικό) – απαραίτητες για τον κατευνασμό του θεϊκού θυμού και για οτιδήποτε απασχολούσε τον έλληνα άνθρωπο. Οι κοινωνικές αξίες, οι οποίες γίνονται περισσότερο αντιληπτές από τις διακρίσεις μεταξύ των μελών της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας και η πιο εντυπωσιακή διάκριση εξ αυτών που ήταν αυτή μεταξύ των ελεύθερων πολιτών και των δούλων. Ωστόσο, η αξία της έντιμης φιλίας και της «αξόδευτης» φιλοξενίας, μας άφησε ωραία γεύση στο τέλος!
Δημήτρης Δικαίος



________________________________________

Βιβλιογραφία

  • Ι. Βούρτσης, «Εξέλιξη και διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσας» στο: Ι. Βούρτσης και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Α`: Η Έννοια του Πολιτισμού, Όψεις του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999˙
  • Vegetti, M., «Ο άνθρωπος και οι θεοί» στο Borgeaud, P. et al., Ο έλληνας άνθρωπος, μτφρ. Χ. Τασάκος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996˙
·         Α. Κουκουζέλη, «Θρησκευτικές αξίες» στο: Ιω. Γιαννόπουλος και άλλοι, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ. Β`: Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 1999, σ. 35.
·         Andrewes, A., Αρχαία ελληνική κοινωνία, μτφρ. Α. Παναγόπουλος, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 2003, σ. 325.
·         Burkert, W., Αρχαία ελληνική θρησκεία, μτφρ. Ν. Π. Μπεζεντάκος - Α. Αβαγιανού, εκδ.Καρδαμίτσα, Αθήνα 1993, σ. 140.